Τεχνική Ορολογία
 

texnikos.gr
Τεχνική Ορολογία

texnikos.gr > Τεχνική Ορολογία

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

Επικοινωνήστε μαζί μας  Προβληθείτε

Ψ ψ

Ψαθυροποίηση
Ψαροκόκαλο
Ψευδοροφή
Ψυγείο
Ψύξη
Ψύξη δαπέδου
Ψύξη με ακτινοβολία
Ψύξη με θερμική αγωγή
Ψύξη σκυροδέματος
Ψυχανθή

Ψυχρή στέγη

 
 
 
 
 
 

 

 

 


[ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ]
[Α] [B] [Γ] [Δ] [Ε] [Ζ] [Η] [Θ] [Ι] [Κ] [Λ] [M] [Ν] [Ξ] [Ο] [Π] [Ρ] [Σ] [Τ] [Υ] [Φ] [Χ] [Ψ] [Ω]

Ψ ψ


Ψαθυροποίηση

 

1) Απώλεια της ελαστικότητας ενός υλικού που το κάνει επιρρεπές σε θραύση. Συνήθως οφείλεται στην απώλεια πλαστικοποιητικών ουσιών λόγω γήρανσης.

2)