Τεχνική Ορολογία
 

texnikos.gr
Τεχνική Ορολογία

texnikos.gr > Τεχνική Ορολογία

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

Επικοινωνήστε μαζί μας  Προβληθείτε

Τ τ

Τάβλα
Τακάκι
Τάκος
Ταμπάνι
Τεγίδα
Τεκτονικοί Σεισμοί
Τεχνητό περιβάλλον
Τμήμα αποθήκευσης
Τμήμα παραγωγής
Tοιχία
Τοίχοι δομικών κατασκευών
Τοίχος Trombe
Τοιχώματα
Τοιχώματα από τεχνικούς λίθους
Tοιχώματα μικτά
Τοξικά
Τοποθέτηση υαλοπινάκων
Τούβλο
Τουβλίνα
Τραβέρσα
Τράπεζα χωρητικότητας
Τριβίδι
Τριλέπιδο
Τριπλοπαραγωγή

Τριχοειδής απορρόφηση

Τρυπάνι «forstner»
Τρυπόξυλο
Τρωτότητα κατασκευής
Τσέρκι ή Συνδετήρας
Τσάπα
Τσιμέντο
Τσιμεντοειδή στεγανωτικά
Τσιμεντοεπιδερμίδα
Τσιμεντοκονίαμα
Τσιμεντόλιθος
Τσιμεντοσανίδες

Τσοκ

Τυποποιημένοι όροι δοκιμής (STC)

 


[ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ]
[Α] [B] [Γ] [Δ] [Ε] [Ζ] [Η] [Θ] [Ι] [Κ] [Λ] [M] [Ν] [Ξ] [Ο] [Π] [Ρ] [Σ] [Τ] [Υ] [Φ] [Χ] [Ψ] [Ω]

Τ τ


Τρυπόξυλο

 

1) Ένα ξύλο, συνήθως λατάκι, που τοποθετείται στο εσωτερικό του καλουπιού προκειμένου να υπάρχει σημείο στήριξης του καλουπιού που θα ακολουθήσει. Πολύ συχνά στο φρεάτιο ενός ασανσέρ. Για να μπορεί να βγει ένα τρυπόξυλο κατά το ξεκαλούπωμα, θα πρέπει να έχει τυλιχτεί με φελιζόλ πριν την σκυροδέτηση. Ακόμα και έτσι το τρυπόξυλο αφήνει μία ανεπιθύμητη τρύπα στο μπετόν. Αν δεν τυλιχτεί με φελιζόλ πριν την σκυροδέτηση, σφηνώνει μέσα στο μπετόν όπου παραμένει για πάντα.