Τεχνική Ορολογία
 

texnikos.gr
Τεχνική Ορολογία

texnikos.gr > Τεχνική Ορολογία

• ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

• Επικοινωνήστε μαζί μας  • Προβληθείτε

Θ θ

Θα΅νώνες
Θάλαμος
Θαλάσσια κύματα βαρύτητας(tsunamis)
Θάμβωση (λάμψη)
Θειϊκή α΅΅ωνία
Θεμελιακή γείωση
Θεμελίωση
Θερ΅οκηπικά αέρια
Θερ΅οκηπίου φαινό΅ενο
Θέρμανση περιοχής
Θερμαντήρας νερού (boiler)
Θερμαντικά σώματα αλουμινίου
Θερμαντικά σώματα acan
Θερμαντικά σώματα  panel
Θερμαντικά σώματα runtal
Θερμαντική ικανότητα
Θερμαντικό σώμα ύδατος
Θερμή στέγη
Θερμική αγωγιμότητα "Κ"
Θερμική αντίσταση "R"
Θερμική Αντίσταση (R-value)
Θερμική διαστολή
Θερμικό γεφύρωμα
Θερμικό φράγμα
Θερμοαγωγιμότητα 1/ R
Θερμοαγωγιμότητας συντελεστής λ
Θερμογέφυρα
Θερμομόνωση
Θερμοπερατότητα Κ

Θερμοπλαστικά υλικά

Θερμοπρόσοψη

Θερμοσκληρυνόμενα υλικά

Θερμοστάτης

Θερμοστατικές βαλβίδες
Θερμοστατική μπαταρία
Θερμότητας διάδοση
Θερμοφορέας
Θεωρία βαθμίδας
Θιξοτροπικά υλικά

 

 

 


[ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ]
[Α] [B] [Γ] [Δ] [Ε] [Ζ] [Η] [Θ] [Ι] [Κ] [Λ] [M] [Ν] [Ξ] [Ο] [Π] [Ρ] [Σ] [Τ] [Υ] [Φ] [Χ] [Ψ] [Ω]

Θ θ


Θερμική αντίσταση R


1) Το αντίστροφο της θερμοαγωγιμότητας. Είναι η αντίσταση μιας στρώσης υλικού ορισμένου πάχους στη διάδοση της θερμότητας.

Μπορεί να υπολογισθεί και από το πηλίκο d/λ, όπου d = πάχος της συγκεκριμένης στρώσης και λ είναι ο συντελεστής θερμοαγωγιμότητας του υλικού.

Μετριέται σε K• m
²/ W, όπου W = Watt, K = βαθμός Kelvin.

Όσο μεγαλύτερο το R, τόσο μεγαλύτερη η θερμομόνωση που παρέχει το υλικό.

2) Θερμική αντίσταση (R) Είναι η αντίσταση των στοιχείων στη ροή θερμότητας διαμέσου ομοιογενούς υλικού για διαφορά θερμοκρασίας στις δυο πλευρές του στοιχείου 1°Κ. m²K/w