Τεχνική Ορολογία
 

texnikos.gr
Τεχνική Ορολογία

texnikos.gr > Τεχνική Ορολογία

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

Επικοινωνήστε μαζί μας  Προβληθείτε

Γ γ

Γαλάκτωμα
Γαλβανιζέ
Γαλβανική διάβρωση
Γαλβανισμένο
Γεννήτρια
Γεννήτριες diesel
Γεννήτριες αέρα
Γεωθερµική ενέργεια
Γεωθερμικές αντλίες θερμότητας
Γεωθερμική κλίση

Γεωθερμικός

Γήπεδο
Γήρανση
Γκέιζερ
Γκινισιά
Γκρέιβ Φίλλς
Γκρομπετόν
Γοτθικό

Γρέζια

Γυψοσανίδες

Γωνιόκρανo, Γωνιόκρανα

   

CGI (Common Gateway Interface)

Cgi-bin

Chat

Client

Collocation


[ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ]
[Α] [B] [Γ] [Δ] [Ε] [Ζ] [Η] [Θ] [Ι] [Κ] [Λ] [M] [Ν] [Ξ] [Ο] [Π] [Ρ] [Σ] [Τ] [Υ] [Φ] [Χ] [Ψ] [Ω]

Γ γ


Γαλβανική (ηλεκτροχημική) διάβρωση

1) Η διάβρωση ενός μετάλλου σε επαφή με ένα άλλο που είναι περισσότερο οξειδωτικό.

Τα οξειδωτικότερα μέταλλα είναι αυτά που βρίσκονται προς το τέλος της ηλεκτροχημικής σειράς.

Ο πρακτικός αντίτυπος στη στεγανοποίηση είναι ότι διαφορετικές μεταλλικές επιστεγάσεις δεν πρέπει να έρχονται σε επαφή μεταξύ τους.