[ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ] [Α]
[B] [Γ]
[Δ] [Ε]
[Ζ] [Η]
[Θ] [Ι]
[Κ] [Λ]
[M] [Ν]
[Ξ] [Ο]
[Π] [Ρ]
[Σ] [Τ]
[Υ] [Φ]
[Χ] [Ψ]
[Ω]
Β β
Βιοεθανόλη
Το
οινόπνευμα που παραλήφθηκε από την επεξεργασία των φυτών με υψηλό
περιεχόμενο του αμύλου ή/και του σιροπιού αμύλου. Θα μπορούσε να
αντικαταστήσει τη βενζίνη. Η βιοεθανόλη θα
μπορούσε να μετατραπεί σε βενζίνη παρουσία των καταλυτών.
|