[ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ] [Α]
[B] [Γ]
[Δ] [Ε]
[Ζ] [Η]
[Θ] [Ι]
[Κ] [Λ]
[M] [Ν]
[Ξ] [Ο]
[Π] [Ρ]
[Σ] [Τ]
[Υ] [Φ]
[Χ] [Ψ]
[Ω]
Α α
Αντιριζικό ασφαλτόπανο
1) Ασφαλτόπανο
που αντέχει στην διαβρωτική επίδραση των ριζών.
Συνήθως χρησιμοποιείται
για στεγανοποίηση δωματόκηπων.
Η αντοχή του βασίζεται είτε στην
τροποποίηση της ασφαλτικής του μάζας με χημικά πρόσθετα, είτε στη χρήση
ειδικού αδιαπέραστου φιλμ.
2)
|