[ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ] [Α]
[B] [Γ]
[Δ] [Ε]
[Ζ] [Η]
[Θ] [Ι]
[Κ] [Λ]
[M] [Ν]
[Ξ] [Ο]
[Π] [Ρ]
[Σ] [Τ]
[Υ] [Φ]
[Χ] [Ψ]
[Ω]
Α α
Ανελκυστήρας
1)
Kατασκευή που επιτρέπει
την ανύψωση ή κατάβαση προσώπων ή αντικειμένων με τη βοήθεια ατέρμονων
ιμάντων και ειδικών τροχαλιών.
Tροφοδοτείται ηλεκτρικά ή
χειροκίνητα.
Πρόκειται δηλαδή για έναν
μηχανισμό ο οποίος έχει ως σκοπό λειτουργίας του την κατακόρυφη ανύψωση
και καταβίβαση ανθρώπων και αντικειμένων μεταξύ διαφορετικών υψομετρικά
επιπέδων.
Υπάρχουν πολλοί τύποι
ανελκυστήρων, ανάλογα με τον τρόπο λειτουργίας τους και το τι μεταφέρουν.
2)
Μόνιμα εγκατεστημένη συσκευή ανύψωσης που εξυπηρετεί καθορισμένα επίπεδα
και έχει θάλαμο ο οποίος χάρη στις διαδικασίες και την κατασκευή του είναι
εμφανώς προσιτός σε πρόσωπα.
Ο
θάλαμος κινείται, έστω μερικώς, κατά μήκος κατακόρυφων οδηγών με κλίση
μικρότερη από 15ο ως προς την κατακόρυφο.
|